Χρήσιμες συμβουλές για την πρακτική ναυτιλία

Χρήσιμες συμβουλές για την πρακτική ναυτιλία

Χρήσιμες συμβουλές για την πρακτική ναυτιλία

Χρήσιμες συμβουλές για την πρακτική ναυτιλίαΗ πρακτική ναυτιλία είναι μία μέθοδος η οποία σήμερα δεν χρησιμοποιείται σχεδόν καθόλου. Και για να μιλήσω πιο συγκεκριμένα, δεν χρησιμοποιείτε από αξιωματικούς του εμπορικού ναυτικού καθόλου. Δεν σημαίνει όμως ότι είναι κακό να ξέρουμε μερικά χρήσιμα πράγματα.

Από την άλλη, πολλοί ψαράδες αλλά και ιστιοπλόοι, πολλές φορές μη έχοντας τον απαραίτητο ηλεκτρονικό εξοπλισμό, χρησιμοποιούν πρακτικές μεθόδους τις οποίες ακολουθούν εδώ και πολλά χρόνια.

Όπως και να έχει, το να γνωρίζουμε μερικά πράγματα παραπάνω μόνο καλό μπορεί να είναι. Διαβάστε λοιπόν μερικές χρήσιμες συμβουλές για την πρακτική ναυτιλία.

Καταιγίδα

Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις, που μια καταιγίδα μας προβληματίζει στο ταξίδεμα. Τις περισσότερες φορές δεν ξέρουμε από πού θα έρθει και πού θα ξεσπάσει, για να την αποφύγουμε, αλλάζοντας πορεία ή για να βρούμε καταφύγιο σε κάποιο απάγκιο.

Οι καταιγίδες είναι χαμηλά βαρομετρικά συστήματα, που διέπονται από φυσικούς νόμους, άρα η κίνηση και συμπεριφορά τους είναι προβλέψιμες. Το χαμηλό βαρομετρικό, η λεγόμενη ύφεση, μπορεί απλά να χαρακτηριστεί σαν μια δίνη αερίων μαζών με αριστερόστροφη φορά (για το βόρειο ημισφαίριο), δηλαδή αντίθετη από την κίνηση των δεικτών του ρολογιού.Χρήσιμες συμβουλές για την πρακτική ναυτιλίαΤην καταιγίδα μπορούμε να την αντιληφθούμε από πολύ μακριά και να την αποφύγουμε. Αν γυρίσουμε την πλάτη μας στη διεύθυνση του αέρα και απλώσουμε το αριστερό μας χέρι, μπορούμε να βρούμε το κέντρο της δίνης (σχ. 1). Η καταιγίδα, αν δεν την αποφύγουμε εγκαίρως, συνοδεύεται πάντα από έντονα πολλές φορές φαινόμενα, όπως αλλαγές του αέρα σε ένταση και διεύθυνση και πτώση του βαρομέτρου.

Αλλαγή πορείας

Την ημέρα τα πράγματα είναι πιο εύκολα. Τη νύχτα, η χαμηλή ορατότητα επιβάλλει άλλες μεθόδους. Κάπου πάνω στην πορεία μας θα πρέπει να περάσουμε από μια περιοχή, που έχει πολλά ρηχά. Ειδικά τη νύχτα ο υπολογισμός της απόστασής μας από στεριές και ξέρες μπορεί να είναι παραπλανητικός.Χρήσιμες συμβουλές για την πρακτική ναυτιλίαΘέλουμε, λοιπόν, να ακολουθήσουμε μια πορεία ασφαλείας, που θα μας περάσει μακριά από το επικίνδυνο σημείο. Στο σχήμα 2 έχουμε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αλλαγής πορείας για να αποφύγουμε την ξέρα. Η μέθοδος είναι γνωστή ως «ο κανόνας των 60». Ας υποθέσουμε πως πλέουμε με πορεία 035° και βρισκόμαστε σε μια απόσταση 12 μιλίων από κάποια ξέρα, την οποία θα πρέπει να περάσουμε σε μια απόσταση ασφαλείας 4 μιλίων από το κέντρο της, δεξιά ή αριστερά. Τι αλλαγή θα πρέπει να κάνουμε στην πορεία μας για να περάσουμε με ασφάλεια; Αν πολλαπλασιάσουμε την απόσταση ασφαλείας των τεσσάρων μιλίων επί τον αριθμό 60 και στη συνέχεια διαιρέσουμε το γινόμενο δια της απόστασής μας των 12 μιλίων από την επικίνδυνη ξέρα, το πηλίκον είναι 20°, που είναι και οι μοίρες της αλλαγής της πορείας μας. (Αλλαγή πορείας κατά x° = 60 x 4/12 = 20°). Άρα η πορεία, που θα πρέπει να ακολουθήσουμε είναι είτε 055°, για να αφήσουμε την ξέρα αριστερά μας, είτε 015° για να την αφήσουμε δεξιά μας.

Δεν πρόκειται για κάτι το μαγικό. Ο αριθμός 60, από τον οποίο πήρε το όνομά του ο κανόνας, χρησιμοποιείται σαν μία σταθερά. Εξ ορισμού κάθε μοίρα χωρίζεται σε 60 πρώτα λεπτά (1 ° = 60ʼ) και κάθε ναυτικό μίλι είναι η απόσταση μεταξύ δύο πρώτων λεπτών στην κλίμακα γεωγραφικού πλάτους. Αν κάνουμε αλλαγή πορείας κατά 1°, μετά από πορεία ενός ναυτικού μιλίου θα απέχουμε 1/60 του μιλίου από την αρχική μας πορεία. Αντίστοιχα, μετά από 60 μίλια πορείας θα απέχουμε από την αρχική μας πορεία ένα ναυτικό μίλι. Η μέθοδος αυτή είναι χρήσιμη ακόμα και στους ιστιοπλόους, για τον προσδιορισμό της αλλαγής της πλεύσης τους, λαμβάνοντας υπόψη το ξέπεσμα του σκάφους.

Παράλληλες πορείες

Αντίθετα με την προηγούμενη περίπτωση, στις παράλληλες πορείες δεν υπάρχει βέβαια άμεσος κίνδυνος σύγκρουσης, αλλά υπάρχει ο διεθνής κανονισμός για τη ναυσιπλοΐα, που διέπει το σκάφος που καταφτάνει και το ποιος έχει προτεραιότητα. Στην περίπτωση αυτή είναι επίσης απαραίτητο να ξέρουμε, αν το σκάφος που μας ακολουθεί, θα θελήσει να μας προσπεράσει, οπότε θα πρέπει σε κάποιο σημείο να του δώσουμε προτεραιότητα. Αυτό, πρακτικά, γίνεται με τη μέθοδο της παρατήρησης ενός σημείου της στεριάς σε σχέση με το σκάφος που καταφτάνει (σχ. 4α). Αν το σημείο της στεριάς φαίνεται να κινείται πιο γρήγορα από το άλλο σκάφος, σημαίνει πως εμείς ταξιδεύουμε πιο γρήγορα, άρα δεν χρειάζεται να φυλάξουμε το άλλο σκάφος (σχ. 4β) και αντιστρόφως. Και σʼ αυτή την περίπτωση πρόκειται για σχετική διόπτευση δύο σημείων.Χρήσιμες συμβουλές για την πρακτική ναυτιλίαΣχετικές διοπτεύσεις

Τις περισσότερες φορές θέλουμε να κάνουμε μια σχετική διόπτευση π.χ. για να υπολογίσουμε κατά προσέγγιση τη θέση και την απόστασή μας από τη στεριά. Εφόσον θέλουμε μια πρόχειρη εκτίμηση και όχι μέτρηση ακριβείας, δεν χρειάζεται να χρησιμοποιήσουμε πυξίδα χειρός, αλλά τη μαγνητική πυξίδα του σκάφους μας. Με τη μέθοδο αυτή χρησιμοποιούμε απλώς την παλάμη μας (σχ. 5). Για κάπως μεγαλύτερη ακρίβεια κάνουμε τουλάχιστον τρεις σχετικές διοπτεύσεις και παίρνουμε σαν δεδομένο το μέσο όρο. Βέβαια, με τα πιο σύγχρονα μέσα μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε και τα κιάλια με την ενσωματωμένη πυξίδα διοπτεύσεων, αλλά και το GPS που μπορεί να έχουμε στο σκάφος, με την προϋπόθεση πως… δουλεύει.

Κοντινή απόσταση από τη στεριά

Υπάρχουν δύο βασικές μέθοδοι, η πρώτη είναι οπτική και η δεύτερη ακουστική. Ας αρχίσουμε από την πρώτη.

Πλησιάζουμε σε κάποιο λιμάνι, αλλά δεν ξέρουμε πόσο απέχουμε. Όχι πως έχει σχέση με την ασφάλεια της πλεύσης μας, αλλά καθαρά και μόνο για δική μας χονδρική εκτίμηση της απόστασης. Πόσο, λοιπόν, απέχουμε; Αν μπορούμε να μετρήσουμε εύκολα τα δέντρα στη στεριά Θα πρέπει να απέχουμε περίπου ένα ναυτικό μίλι. Αν μπορούμε εύκολα να μετρήσουμε τα παράθυρα των σπιτιών στην παραλία, βρισκόμαστε περίπου δύο ναυτικά μίλια από τον προορισμό μας. Αν μπορούμε να δούμε ξεκάθαρα τη γραμμή, που η στεριά συναντά τη θάλασσα, η απόστασή μας είναι περίπου τρία ναυτικά μίλια.

Η ακουστική μέθοδος είναι δυνατή, όταν παραπλέουμε απόκρημνες ακτές. Χρησιμοποιώντας την μπουρού ή κάποια άλλη συσκευή παραγωγής ήχου, μετράμε το χρόνο που κάνει ο αντίλαλος να γυρίσει στʼ αυτιά μας. Αν μετρήσουμε το χρόνο που κάνει να επιστρέψει και διαιρέσουμε δια του 10, το αποτέλεσμα της διαίρεσης είναι η απόσταση της στεριάς σε ναυτικά μίλια. Με τη μέθοδο αυτή μπορούμε ακόμα να μετρήσουμε την απόσταση της καταιγίδας σε κάποιο σημείο του ορίζοντα. Αν μετρήσουμε το χρόνο μεταξύ μιας αστραπής και της βροντής της και διαιρέσουμε δια 5, το αποτέλεσμα είναι η απόσταση της καταιγίδας σε ναυτικά μίλια. Προσοχή όμως. Καμία από τις δύο περιπτώσεις δεν ισχύει αν επικρατεί ομίχλη στην περιοχή.Χρήσιμες συμβουλές για την πρακτική ναυτιλίαΜακρινή απόσταση από τη στεριάΧρήσιμες συμβουλές για την πρακτική ναυτιλίαΠρακτικοί τρόποι και μέθοδοι για την κατʼ εκτίμηση εύρεση της απόστασης υπάρχουν πολλοί. Μία από αυτές είναι και το διαδοχικό άνοιγμα και κλείσιμο των βλεφάρων μας. Βασίζεται στο γεγονός πως αν απλώσουμε το χέρι μας μπροστά, το άνοιγμα είναι περίπου δέκα (10) φορές μεγαλύτερο από την απόσταση μεταξύ των κέντρων των ματιών μας. Υψώστε τεντώνοντας μπροστά στα μάτια σας το δεξί σας χέρι, κρατώντας ένα μολύβι στα δάκτυλά σας (σχ. 6α). Κλείνοντας διαδοχικά τα μάτια σας, υπολογίστε σε οποιαδήποτε μονάδα (εκατοστά, μέτρο, μίλι κ.λπ.), την απόσταση κατά την οποία έχει κινηθεί το μολύβι που κρατάτε. Πολλαπλασιάστε την κατʼ εκτίμηση απόσταση επί δέκα (10). Το αποτέλεσμα, στην ίδια μονάδα που υπολογίσατε, είναι η απόστασή σας από το σημείο της παρατήρησης.

Στην ακτοπλοΐα η μέθοδος αυτή μπορεί να μας δώσει αποστάσεις από τη στεριά με αρκετά σημαντική ακρίβεια. Ας δούμε πώς στο σχήμα 6β. Έστω ότι γνωρίζουμε από το χάρτη την απόσταση των σημείων Χ και Ψ της στεριάς και θέλουμε να βρούμε πόσο απέχουμε από αυτά. Σηκώνουμε το χέρι μας και με απλωμένη παλάμη προσπαθούμε να τα καλύψουμε από την ακτίνα των ματιών μας. Αν τώρα πολλαπλασιάσουμε τη γνωστή μας απόσταση των δύο σημείων Χ και Ψ με την απόσταση της παλάμης μας από τα μάτια μας (Γ) και στη συνέχεια διαιρέσουμε δια του πλάτους της παλάμης μας (Β) το αποτέλεσμα είναι η απόστασή μας από την ευθεία που ενώνει τα δύο σημεία.

Σε πόση ώρα νυχτώνει;

Πώς μπορούμε να βρούμε πότε νυχτώνει; Φυσικά, για ακρίβεια ανατρέχοντας στα ειδικά almanacs της αστρονομίας και αστροναυτιλίας. Ακόμα, μπορούμε να το βρούμε στα ημερολόγιά μας, που σχεδόν πάντα έχουν σχετικές πληροφορίες. Αν δεν χρειαζόμαστε την πληροφορία για υπολογισμούς αστροναυτιλίας, αλλά για να υπολογίσουμε αν θα έχει ακόμα φως στο μέρος που θέλουμε να πιάσουμε για τη νύχτα, μπορούμε να βρούμε κατά προσέγγιση το ζητούμενο με τη… γροθιά μας.

Απλώστε το χέρι σας στο πλάι και σφίξτε τη γροθιά σας με τα δάχτυλα να βλέπουν μπροστά. Μετρήστε πόσες «γροθιές» απέχει ο ήλιος από τον ορίζοντα. Κάθε «γροθιά» ισοδυναμεί με μία ώρα. Προσθέστε περίπου μισή ώρα για το σούρουπο και έχετε αμέσως το χρόνο μέχρις ότου πέσει το σκοτάδι.

Πηγή

Translate »